Παρασκευή, 20 Μαΐου 2011

Ανάγκη για προσλήψεις στους παιδικούς!


Αν η κυβέρνηση μας μιλούσε για αυξήσεις στα ωράρια εργασίας των παιδικών σταθμών σε ένα πλαίσιο ενίσχυσης του θεσμού, εμείς να συμφωνήσουμε. Οι απαιτήσεις στην εργασία μας είναι τέτοιες που πράγματι έχουμε ανάγκη για περισσότερες ώρες φύλαξης των παιδιών μας στη διάρκεια της εβδομάδας. Τα απογεύματα, τα καταστρατηγημένα μας Σάββατα, όλες εκείνες τις ώρες που θα θέλαμε να περνούμε με τα παιδιά μας, όμως δε γίνεται για λόγους δουλειάς. Όλες εκείνες οι ώρες που αναρωτιόμαστε «τι θα το κάνω τώρα;» και που τη λύση θα έπρεπε να δίνει η ύπαρξη δημόσιων δομών δημιουργικής απασχόλησης των παιδιών. Αν όμως μιλάμε για ενίσχυση του θεσμού, ας το ομολογήσουμε. Αυτή είναι απολύτως αδύνατη αν προηγουμένως δεν υλοποιηθούν προσλήψεις προσωπικού και μάλιστα γενναίες.
Είναι γνωστό ότι η έλλειψη δυναμικού στους παιδικούς είναι τέτοια ώστε αν τύχει να ασθενήσει η μαγείρισσα να μην αντικαθίσταται, αλλά να ζητιέται από τους εργαζόμενους γονείς «ταπεράκι από το σπίτι». Πως, αλήθεια, ο ένας και μοναδικός βρεφικός σταθμός της πόλης, που άλλοτε είχε χαρακτηριστεί από τον ΟΔΗΚΟΙΠ δυναμικότητας 18 βρεφών σήμερα λειτουργεί με 25; Και πως χαρακτηρίζεται η κατάσταση στους παιδικούς όταν ένας παιδαγωγός καλείται σήμερα να δουλεύει με 25, 30 νήπια (ή και 35 κατά περίπτωση). Τι γίνεται αν –πράγμα ανθρώπινο- κάποιος απουσιάσει για λόγους υγείας, αφού οι σταθμοί λειτουργούν οριακά, με το ελάχιστο δυνατό προσωπικό; Και πόσο η κατάσταση γίνεται ακόμα πιο προβληματική, όταν από τους ίδιους αυτούς ανθρώπους, τους παιδαγωγούς και το προσωπικό των παιδικών, ζητούν- σαν να μην έφτανε ο όγκος της δουλειάς που συχνά υπερβαίνει τις δυνάμεις τους- να δουλέψουν επιπλέον 10 ώρες!
Ανησυχούμε όταν σκεφτόμαστε τις συνέπειες που θα ‘χει αυτό για την προσχολική αγωγή αλλά ακόμα και για την ασφάλεια των παιδιών μας. Με τη σημερινή αναλογία ως προς το πλήθος των παιδιών, ένας παιδαγωγός δουλεύει σχεδόν αντί για δύο (χωρίς να εξετάζουμε εδώ τη χαμηλή αμοιβή), ενώ εκτίθεται στη φθορά και της ψυχικής υγείας του ακόμα, αφού -όπως είναι γνωστό- το παιδαγωγικό επάγγελμα , ειδικά για τις ηλικίες αυτές, απαιτεί μεγάλη υπομονή και ψυχική αντοχή. Τι θα συμβεί αν στον εργαζόμενο αυτό προσθέσουμε το 10ωρο την εβδομάδα; Τι θα σημαίνει τούτο για κείνον τον ίδιο και για τα παιδιά μας;  
Μ’ όλα τα παραπάνω, δε μας πείθει καθόλου ότι  η διεύρυνση του ωραρίου των εργαζόμενων στους παιδικούς σταθμούς θα λειτουργήσει για την ενίσχυση του θεσμού.
Τουναντίον. Το να κάνεις τους εργαζόμενους – λάστιχο που ολοένα τεντώνεις έχει κι ένα όριο, τη θραύση. Κι όταν το αντικείμενο εργασίας είναι τα παιδιά μας, τα πράγματα, ας το παραδεχτούμε, είναι επικίνδυνα.
Να ξαναδούμε, όμως,  το θέμα των παιδικών σταθμών και να θυμίσουμε στους αρμόδιους φορείς, κεντρικούς και τοπικούς:
Έχει διαμορφωθεί για τη λαϊκή οικογένεια μια κατάσταση δυσβάσταχτη οικονομικά. Για τα εργαζόμενα ζευγάρια η φύλαξη του μικρού από το δημοτικό σταθμό είναι σε πολλές περιπτώσεις σημείο κρίσιμο για την επιβίωση της οικογένειας. Και για να μιλάμε για τα καθ’ ημάς: Μέσα σε μια χρονιά οι αιτήσεις από γονείς για εγγραφή στους δημοτικούς παιδικούς σταθμούς της πόλης μας αυξήθηκαν κατά το ήμισυ σχεδόν σε σχέση με την προηγούμενη και  αντίστοιχα πολλά παιδάκια έμειναν τελικά εκτός.
Η κατάσταση βοά και άλλη λύση δεν υπάρχει.
Προχωρήστε άμεσα σε προσλήψεις που να καλύψουν τη δημιουργία νέων παιδικών σταθμών τόσων και τέτοιων που καμιά αίτηση να μην πηγαίνει στον κάλαθο των αχρήστων και κανένα παιδάκι να μην αντιμετωπίζεται ως «οχληρό φορτίο».
Σ’ όλα τούτα περιμένουμε από τη δημοτική αρχή να τοποθετηθεί και προσδοκούμε να το κάνει βλέποντας στ’ αλήθεια πρώτα τα παιδιά μας, πιο πάνω από τα μέτρα και τους δείκτες της οικονομίας. Αν θέλουμε προοπτική κι ελπίδα, σκόντο απ’ την εκπαίδευση των παιδιών μας δε γίνεται.
Απ’ την πλευρά μας, εμείς οι εργαζόμενοι γονείς,  τούτες τις μέρες των απεργιών, να δούμε πίσω από τις κινητοποιήσεις των δασκάλων των παιδιών μας στους παιδικούς και τις εκκλήσεις τους για συμπαράσταση, το άλλο πρόσωπο της δικιάς μας αγωνίας: «Τι θα γίνει με τους παιδικούς σταθμούς την περίοδο της κρίσης;» Και εν τέλει «τι θα γίνει με τα παιδιά μας»;